Θεατρικές παραστάσεις, Δημοκρατία και το Μετά
Το δημοσίευμα τού old boy και η προηγηθείσα συζήτηση στο buzz πυροδότησαν κάποιες σκέψεις μου. Αρχικός στόχος: ένα σχόλιο κάτω από το οικείο άρθρο, ωστόσο η έκταση του κειμένου και ο προσωπικός τόνος του με οδήγησαν στο να το δημοσιεύσω τελικά στο (ολίγον παραμελημένο) blog μου. Το άρθρο μάλλον προϋποθέτει την ανάγνωση του άρθρου του old boy.
* Ήταν ο φόνος του μικρού Αλέξη πολιτικό γεγονός;
Καταρχάς, η έννοια πολιτικό μπορεί να έχει διαφορετικά βάθη, διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης. Κατά μία έννοια, πολιτική διάσταση έχει το καθετί. Ας έχουμε ως μέτρο, όμως, το πιο κλασικό εύρος τής έννοιας: Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πολιτική διάσταση της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης (όχι των ταραχών που επακολούθησαν) είναι ότι εν μέρει οφείλεται στην καθεστωτική νοοτροπία που για διάφορους λόγους έχει αναπτυχθεί στους κόλπους της Ελληνικής Αστυνομίας. Εν μέρει πάλι, τη νοοτροπία αυτή την έθρεψαν πολιτικοί, είτε με την άμετρη σχετική ρητορεία τους, είτε ανεχόμενοι το καθεστώς πειθαρχικής ατιμωρησίας-υποτιμωρησίας στο αστυνομικό Σώμα, είτε μη προνοώντας για την ύπαρξη και αποτελεσματική λειτουργία θεσμών ανεξάρτητου, δημοκρατικού ελέγχου. Πέραν τούτου, η πράξη ήταν η έκφραση τής εγκληματικής διάθεσης ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Ούτε αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδίου υπήρξε, ούτε τυπική/συνήθης πράξη εκπροσώπου της Αστυνομίας (η περίπτωση της «ζαρντινιέρας» - περισσότερο χαρακτηριστική - απέχει μακράν από άποψη έντασης και αποτελεσμάτων, μολονότι απεχθέστατη και η ίδια). Η Αστυνομία της Χώρας μας δεν νομίζω να συγκαταλέγεται στις κατ’ αυτήν την έννοια αυστηρότερες ή βιαιότερες, ενώ πιθανότατα συγκαταλέγεται στις πιο «υπαλληλικές» και γραφειοκρατικές, ίσως και στις πιο ανεκπαίδευτες, ειδικά ψυχολογικά (το τελευταίο συνιστά έναν σημαντικό κίνδυνο).
Επομένως, ας μην υπερτιμούμε την πολιτική διάσταση του αρχικού τραγικού γεγονότος (τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό συνειδητά επαναλαμβάνω, γιατί δεν δικαιώνω την ενόχληση από αυτόν). Από την άλλη, η πολιτική διάσταση τής εξέλιξης είναι πανθομολογούμενη.
* Ουσία της δημοκρατίας είναι η ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτή, ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΛΩΝ, αποκρυσταλλώνεται ΚΑΙ στην τέχνη, ΚΑΙ στις θεατρικές παραστάσεις. Ελευθερία τής έκφρασης σημαίνει έκφραση εξασφαλισμένη από αυταρχική καταστολή, προερχόμενη από ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ. Ελευθερία εξασφαλισμένη έναντι κρατικών οργάνων, αλλά όχι έναντι άλλων ομάδων ή ατόμων σαφέστατα δεν είναι ελευθερία. Οι έννοιες δημοκρατία, ελευθερία, σεβασμός στα θεμελιώδη δικαιώματα, στην προσωπικότητα, στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου ναι μεν αναδείχθηκαν ιστορικά σε αντιδιαστολή με την κρατική καταπίεση, ωστόσο δεν περιορίζονται εκεί, ειδικά σήμερα, που οι δυνάμει καταπιεστές, οι πόλοι εξουσίας, είναι ποικιλώνυμοι (συχνά δε ισχυρότεροι τού κλασικού Κράτους). Η κλασική εχθρική εικόνα τού Κράτους-τυράννου, τού κράτους που περιορίζει τα δικαιώματα, έχει το σύγχρονο παραπλήρωμά της, το Κράτος εγγυητή, το Κράτος προστάτη των δικαιωμάτων (μέσα από τους δημοκρατικούς θεσμούς, τις απροσωπόληπτα καταστρωμένες διαδικασίες, την οριοθετημένη αρμοδιότητα των λειτουργιών του - και όταν αυτά δεν λειτουργούν σωστά, η κατεύθυνση οφείλει να είναι προς το να λειτουργούν σωστά, ούτε να καταργηθούν παντελώς, ούτε να υποκατασταθούν από τη «λαϊκή οργή»). Είναι αφέλεια να αρνείται κανείς οποιαδήποτε από τις δυο αυτές διαφορετικές όψεις τού Κράτους. Επομένως, ούτε η μονόπλευρη ρητορεία ΚΑΤΑ τού Κράτους, ούτε η μονόπλευρη ρητορεία ΥΠΕΡ του Κράτους είναι ακριβείς και αντικειμενικές.
* Το να διακόπτεται μια παράσταση από ακτιβιστές δεν μπορεί να είναι Τέχνη, μόνο και μόνο διότι καταπατά την Ελευθερία. Ανάλογα, μια λογοκρισία που θα αντικαθιστούσε ένα ποίημα με ένα άλλο, δεν θα ήταν επίσης Τέχνη και θα ήταν φαιδρό να διεκδικούσε να θεωρηθεί ως τέτοια. Μια αντι-παράσταση από ακτιβιστές, σε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, που δεν θα καταπατούσε την ελευθερία κανενός, ναι, θα ήταν άνετα Τέχνη. «Τέχνη» που δεν σέβεται τις άλλες εκδηλώσεις τέχνης, «τέχνη» που δεν έχει ως δομικό χαρακτηριστικό της την ελευθερία, δεν μπορεί να θεωρείται τέτοια.
* Το να εκλαμβάνεται το γεγονός ότι καλλιτεχνικές δημιουργίες παρέχονται στο κοινό με εισιτήρια-συμβάσεις, υπό κρατική επιδότηση, σε αξιοπρεπή (;) κτήρια (έναντι μιας ακαθόριστης, σοβιετικού τύπου ίσως, εναλλακτικής να παρέχονται δωρεάν σε πλατείες, από άμισθους καλλιτέχνες;), ως απειλή για την κοινωνική δικαιοσύνη, τη Δημοκρατία, την ισότητα και δεν ξέρω τι άλλο, φαντάζει στα μάτια μου τρελή πολυτέλεια. Δεν θα σκεφτόμουν ποτέ ότι στις προτεραιότητες ενός αγωνιστικού κοινωνικού κινήματος είναι να πλήξει την απεχθή «κουλτουριάρικη ελίτ» τού εισιτηρίου των 20 και 40 ευρώ (άλλο ότι φοιτητές, για παράδειγμα, μπορεί να εξοικονομούν με νύχια και με δόντια χρήματα για μια παράσταση τον μήνα, ως οξυγόνο στην καλλιτεχνική μιζέρια που αποπνέει γενικά η Χώρα), την ίδια ώρα που το όλο σύστημα, η όλη κοινωνική δομή μας, οι αισθητικές προτιμήσεις της πλειοψηφίας, υπό την επήρεια μιας συστηματικής εμπορικής καθοδήγησης, χαίρονται και δικαιώνουν χυδαία μπουζούκια και νέο-μπουζούκια, στα οποία ένας δίσκος λουλούδια μπορεί να κοστίζει παραπάνω. Μα εκεί, στα τελευταία, είναι οι κοινωνικά αποχαυνωμένοι, εκεί φωλιάζει η νεοπλουτίστικη και ακαλλιέργητη οικονομική ελίτ τής Χώρας, εκεί βρίσκουν έκφραση τα αποπροσανατολισμένα ιδανικά της μάζας που θα μπορούσε και θα έπρεπε να ξυπνήσει! Άρα εκεί θα έπρεπε να αρχίσει και η πληροφοριακή επίθεση, αν αυτή αναζητά πρόσφορα πεδία.
* Επίσης, όλη αυτή η αμετροεπής (και επικίνδυνη) ρητορεία περί της «Δημοκρατίας που έχει πληγεί στην ουσία της», πού ακριβώς εδράζεται; Ποια είναι η ουσία τής Δημοκρατίας που επλήγη, ας το συγκεκριμενοποιήσει κάποιος. Έχει εξαντλήσει ο πολίτης αυτής της Χώρας τα θεσμικά του όπλα, έχει μεριμνήσει να είναι ενήμερος, κριτικός και κοινωνικά ευαίσθητος, έχει φροντίσει να ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ, έτσι που πλέον προσκρούει τάχα σε ένα τείχος που καταδεικνύει την ανεπάρκεια και τη βαθιά αναποτελεσματικότητα της Πολιτείας μας ως συγκεκριμένης έκφανσης τής Δημοκρατίας, την ανεπάρκεια και τη βαθιά αναποτελεσματικότητα των αναγνωρισμένων συνταγματικών δικαιωμάτων δράσης των πολιτών (έκφρασης, συνέρχεσθαι, ψήφου); Η ίδια εκλογική μάζα που ψηφίζει τους ίδιους και τους ίδιους λαοπρόβλητους, που αναδεικνύει Ψωμιάδηδες και Βαΐτσηδες και Μαρωκοντούδες, θέλει να «κάψει τη Βουλή»; Το χέρι της να κάψει πρώτα! «Μα πρόκειται ακριβώς για τους υπόλοιπους!» θα πει κανείς. Οι «υπόλοιποι» οφείλουν κατ’ αρχήν να σεβαστούν αξιωματικά τη βούληση της πλειοψηφίας, και, αν νομίζουν ότι αυτή πάσχει, να προσπαθούν να την αλλάξουν, κάνοντας ακριβώς χρήση του δημοκρατικού εξοπλισμού. Η αξία τής Δημοκρατίας δεν έγκειται στο εγγυημένο ορθό εκλογικό αποτέλεσμα, έγκειται στο ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ αποτέλεσμα. Και το πώς αυτό διαμορφώνεται είναι ευθύνη όλων. Ελεύθερες εκλογές έχουμε, σταυροδοσία έχουμε (τεράστιο όπλο, έστω για τον «λιγότερο κακό»), κοινωνικές συσσωματώσεις και ΜΚΟ έχουμε, συνδικαλισμό έχουμε, φοιτητικό κίνημα (σχεδόν) έχουμε, blogs και fora για κριτική και ενημέρωση έχουμε! Εξάντλησε, λοιπόν, ο καθένας τις δυνατότητές του; Αισθάνθηκε την ευθύνη του, είτε για να ενημερωθεί και να δράσει ο ίδιος, είτε για να ενημερώσει και να παρακινήσει σε δράση άλλους; Ή αποζητά μονίμως πού να εναποθέσει την ευθύνη αυτήν, ποιόν ιδεολογικό αχυράνθρωπο να στήσει, για να έχει να βρίζει πάντα τον «άλλον»;
Το ότι η Δημοκρατία μας δυσλειτουργεί (γιατί όντως δυσλειτουργεί) οφείλεται και σε εμάς, μη σου πω πρωτίστως σε εμάς. Εμείς την απαλλοτριώνουμε, εμείς την υποβιβάζουμε, εμείς αναδεικνύουμε αυτούς που μετέπειτα σιχαινόμαστε (πριν τους ξαναβγάλουμε), εμείς την καταργούμε στην καθημερινότητά μας (ναι, βιώνεται και εκεί). Και δεν μπορείς να φέρεις Δημοκρατία καταλύοντάς την, τάχα επιλεκτικά. Δεν μπορείς να ευαγγελίζεσαι Ελευθερία, στερώντας την από άλλους, υπό ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ιδεολογικό πρόσχημα. Δεν δικαιούσαι να στηλιτεύεις κανέναν, όταν γίνεσαι ίδιος και χειρότερός του, όταν δεν κάνεις πράξη την εναλλακτική - δεν έχει πια αξιοπιστία το μήνυμά σου, πώς το λένε. Και δεν με εξοργίζουν τόσο καθ’ εαυτές οι πράξεις βίας ή οι τέτοιου είδους ακτιβιστικές πρωτοβουλίες, όσο τα επιγενόμενα «θεωρητικά» επικαλύματά τους, όχι από τους ίδιους τους δρώντες, αλλά από υποτίθεται περισσότερο νηφάλιους παρατηρητές (που μολονότι θα επικαλεστούν και οι ίδιοι την «οργή» τους, η τελευταία δεν στέκεται για μένα πειστική εξήγηση, εκτός αν επί βδομάδες τώρα διατελούν σε μια ακαταγώνιστη θυμική έξαρση).
Η οργή, ως υπαρκτή αιτία και μετέπειτα ως άλλοθι, οφείλει να αντικατασταθεί από πιο στέρεη και αείζωη θεμελίωση (που, αλίμονο, είναι τόσο εύκολο να υπάρξει, απλά θα είναι λιγότερο πιασάρικη!), να αντικατασταθεί από συγκεκριμένες αιτιάσεις, από συγκεκριμένες προτάσεις, από συγκεκριμένα οράματα, απτά, ρεαλιστικά. Αρκετά την επικαλέστηκαν νεφελωδώς διάφοροι για να νομιμοποιήσουν τη βίαιη επιβολή των πιστεύω τους. Αρκετά την καπηλεύτηκαν διάφοροι για να λαϊκίσουν και για να συνταχθούν με τη μάζα (ενώ έχουν την ασφαλή πολυτέλεια να σταθούν με περισσότερο μέτρο και κριτική διάθεση, με περισσότερη προοπτική, λέγοντας πράγματα των οποίων η λυσιτελής μελλοντική εξέλιξη ψηλαφείται, εξηγείται, υπονοείται έστω, λέγοντας πράγματα κατά το δυνατόν ολοκληρωμένα και όχι απαγγέλλοντας λόγους προς αόρατες λαϊκές συνελεύσεις). Αρκετά, τέλος, επαναπαύτηκαν σε αυτήν πραγματικά ειλικρινείς στην αγωνία τους και ρομαντικοί πολίτες, χωρίς να εμβαθύνουν, χωρίς να περνούν στο «μετά από όλα αυτά, τι».
Όσο συμπαθή και να είναι στην ουσία τους τα πιστεύω που κρύβονται πίσω από τέτοιες πρωτοβουλίες, το εκούσιο ή ακούσιο αυταρχικό ένδυμα τους θα αρχίσει να τα επισκιάζει. Αδικώντας τα. Και θα είναι πολύ κρίμα, γιατί μπορούν να αποτελέσουν δύναμη αλλαγής, οι δε φορείς τους εκείνη την περιζήτητη «κρίσιμη μάζα» που θα κάνει τη διαφορά.
Υ.Γ. Το άρθρο αυτό έχει γραφτεί εδώ και λίγες ημέρες, αλλά το μικρόβιο τής ...λιπο-blogίας άσκησε την επιρροή του και το άφησε ως draft. Το αναρτώ τώρα, έστω και κατά τι ετεροχρονισμένο.


