29 Νοέμβριος 2006

Αναθεώρηση και Δικαιοσύνη*

Γενικά

Τα ζητήματα που ανακύπτουν, ενόψει της επικείμενης αναθεωρητικής διαδικασίας, αναφορικά με τη Δικαιοσύνη, είναι κυρίως οργανωτικά. Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, ως ουσιαστικό δικαίωμα, βρίσκει επαρκές έρεισμα στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και την πλούσια σχετική με αυτό νομολογία των δικαστηρίων μας. Δεν χρήζει περαιτέρω κατοχύρωσης.

Η οργανωτική φύση των υπό αναθεώρηση διατάξεων δεν θα πρέπει, ωστόσο, να οδηγεί στην υποτίμηση της σημασίας τους. Βασιζόμενο αναγκαστικά σε ένα περίπλοκο και εκτεταμένο οργανωτικό σχήμα και υλοποιούμενο μέσα από σχολαστικά τυπικές διαδικασίες, το δικαίωμα στη δικαστική προστασία μπορεί να αναδειχθεί ή αντιθέτως να καταστεί κενό γράμμα, ανάλογα με το πόσο οι σχετικές διατάξεις διασφαλίζουν την ταχύτητα, την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα της δικαστικής επίλυσης της διαφοράς.

Τα θέματα τα οποία, λιγότερο ή περισσότερο, τέθηκαν επί τάπητος, ως ενδεδειγμένα να απασχολήσουν την αναθεωρητική Βουλή, είναι:

  • Η σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου
  • Ο τρόπος ανάδειξης των επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας
  • Ο περιορισμός της δυνατότητας των δικαστηρίων να επιδικάζουν αναδρομικά μισθολογικές και άλλες συναφείς παροχές.

Σε αυτά θα προσθέταμε τον προβληματισμό για το ιδιαίτερο status των δικαστικών λειτουργών και - ιδίως - για την επίλυση των μισθολογικών τους διαφορών με το Δημόσιο, ένα θέμα που απασχόλησε και την προηγούμενη αναθεωρητική βουλή και οδήγησε στη θέσπιση του λεγόμενου «μισθοδικείου», ενός ειδικού δικαστηρίου με σύνθεση αποτελούμενη κατά πλειοψηφία από μη δικαστές, αρμόδιου για τα μισθολογικά ζητήματα των δικαστών και των εισαγγελέων.

Η σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου

Στην ελληνική νομική παράδοση ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων είναι διάχυτος (αρμόδιο γι’ αυτόν είναι κάθε δικαστήριο), παρεμπίπτων (το σχετικό ζήτημα τίθεται στα πλαίσια μιας άλλης, κύριας διαφοράς) και συγκεκριμένος (οδηγεί στον παραμερισμό της επίμαχης διάταξης για τη συγκεκριμένη δίκη και μόνο). Στην πράξη, μια νομοθετική ή κανονιστική διάταξη κρίνεται ευρέως αντισυνταγματική (εξωθώντας το νομοθετικό σώμα ή την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση σε αλλαγή γραμμής πλεύσης), όταν ύστερα από μεμονωμένες δικαστικές αποφάσεις δικαστηρίων κατώτερων βαθμίδων αποφαίνεται σχετικώς η Ολομέλεια κάποιου από τα ανώτατα δικαστήρια της χώρας (Αρείου Πάγου, Συμβουλίου της Επικρατείας, Ελεγκτικού Συνεδρίου, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης και την υπαγωγή της στην οικεία δικαιοδοτική πυραμίδα). Σε περίπτωση διαφωνίας των ολομελειών μεταξύ τους (αν τύχει να κρίνουν αντιφατικά για την ίδια διάταξη) το ζήτημα άγεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Η απόφανση του τελευταίου είναι η μόνη που, αποβάλλοντας τον, κατά τα ως άνω, συγκεκριμένο χαρακτήρα του ελέγχου (αντι)συνταγματικότητας, ισχύει έναντι πάντων, οδηγώντας κατ’ αποτέλεσμα στην ακύρωση της διάταξης (για «ανίσχυρο» μιλά το άρθρο 100 του Συντάγματος).

Μια μικρή παραχώρηση προς την κατεύθυνση του συγκεντρωτικού ελέγχου αντισυνταγματικότητας πραγματοποιήθηκε με την προηγούμενη αναθεώρηση, κατά την οποία θεσπίστηκε υποχρέωση των επιμέρους τμημάτων των ανωτάτων δικαστηρίων να παραπέμπουν το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας νόμου στην οικεία Ολομέλεια, όταν άγονται σε σχετική κρίση.

Στον αντίποδα του ως άνω μηχανισμού συναντάται η ύπαρξη ενός ειδικώς κατεστημένου δικαστηρίου, στην ανώτερη βαθμίδα της δικαιοδοτικής ιεραρχίας, με αποστολή να αποφαίνεται ειδικώς για τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας. Σε ένα τέτοιο δικαστήριο, τα ζητήματα αυτά μπορεί να φτάνουν με ειδικό ένδικο βοήθημα (ένα είδος προσφυγής αντισυνταγματικότητας), το οποίο θα στρέφεται ευθέως κατά της αμφισβητούμενης διάταξης, ή με παραπομπή από άλλα δικαστήρια, εν είδει «προδικαστικού ερωτήματος». Ένα τέτοιο δικαστήριο συνήθως έχει και άλλες αποστολές, όπως να αποφαίνεται ή να γνωμοδοτεί πάνω σε οποιαδήποτε συνταγματικά ρυθμιζόμενη πολιτειακή διαδικασία.

Η κυβερνητική πρόταση για την αναθεώρηση περιέλαβε σχεδιασμούς για την ίδρυση ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν, τίποτα δεν θα αλλάξει στο διάχυτο έλεγχο της αντισυνταγματικότητας από τα κατώτερα δικαστήρια. Όταν το σχετικό ζήτημα, όμως, αχθεί ενώπιον ενός από τα ανώτατα δικαστήρια (ΑΠ, ΣτΕ, ΕΣ), αυτά (οι ολομέλειές τους) θα υποχρεούνται να παραπέμψουν το ζήτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο θα αποφαίνεται οριστικά και δεσμευτικά.

Η πρόταση αυτή:

  • Δεν επηρεάζει τα κατώτερα δικαστήρια, παρά μόνο αφότου θα έχουν μια υποχρεωτική γι’ αυτά απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου (έτσι κι αλλιώς, όμως, τα κατώτερα δικαστήρια ακολουθούσαν συνήθως τις σχετικές κρίσεις των ανώτερων).
  • Υποβιβάζει τα ανώτατα δικαστήρια, τα οποία θα στερούνται πλέον τη δυνατότητα να εκφράζουν οριστική δική τους θέση για θέματα αντισυνταγματικότητας, υποχρεούμενα σε παραπομπή.
  • Προσθέτει μια ακόμη συνήθη (και όχι κατ’ εξαίρεση, όπως στην περίπτωση του Α.Ε.Δ.) βαθμίδα στον μέχρι τώρα έλεγχο της αντισυνταγματικότητας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την καθυστέρηση στην οριστική δικαστική τομή μιας υπόθεσης.

Με αυτή της τη μορφή η ιδέα εμφανίζεται ατελέσφορη. Δεν τολμά να σπάσει το παραδοσιακό σύστημα διάχυτου ελέγχου και να καθιερώσει ένα ειδικό δικαστήριο αυξημένου κύρους το οποίο θα αποφαίνεται ταχύτατα για θέματα αντισυνταγματικότητας, αίροντας την αμφισβήτηση και ενοποιώντας τη νομολογία, είτε με ευθεία προσφυγή, είτε με μια διαδικασία γρήγορης παραπομπής από ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ δικαστήριο, παρά νοθεύει το ισχύον σύστημα, με τρόπο όμως που δείχνει διάθεση παραμερισμού των ΑΝΩΤΑΤΩΝ δικαστηρίων και που θα συνεπάγεται περιττές καθυστερήσεις στην εκφορά της οριστικής δικαστικής κρίσης.

Αυτό το «υβρίδιο» της κυβερνητικής πρότασης αμφιβάλλω αν θα πετύχει οτιδήποτε άλλο από το να δημιουργήσει έναν θεσμό «πολυτελείας», εξαιρετικά βραδυκίνητο και εν τέλει άκαιρο στη δραστηριοποίησή του. Σκεφτείτε τη διαδρομή που θα πρέπει να ακολουθήσει μια υπόθεση για να φτάσει στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο θα ξεκαθαρίσει το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας: πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τμήμα ανωτάτου δικαστηρίου, ολομέλεια ανωτάτου δικαστηρίου, Συνταγματικό Δικαστήριο. Μετρήστε βαθμίδες και - κυρίως - μετρήστε χρόνια αναμονής.

Ή το σύστημα θα αλλάξει άρδην, με προσεκτική οργάνωση της νέας κατάστασης έχοντας ως παράμετρο την ανάγκη αποτελεσματικής και γρήγορης δικαστικής προστασίας, ή θα παραμείνει ως έχει. Μια «λύση» που προσθέτει καθυστέρηση και περιπλοκότητα δεν είναι λύση.

Το παράδοξο της πρότασης και η διαφαινόμενη αναποτελεσματικότητά της από αυτήν την άποψη ίσως ενισχύουν τα σενάρια που αποδίδουν άλλα κίνητρα στην κυβερνητική πρωτοβουλία: τη διάθεση παραμερισμού της, οχληρής για κάθε κυβέρνηση, δυναμικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο ανατρέπει συχνά κυβερνητικούς σχεδιασμούς με τις κρίσεις του για την αντισυνταγματικότητά τους (πχ σε θέματα περιβάλλοντος, αποδοχών, κοινωνικής πολιτικής κ.λπ.).

Η επιλογή της ηγεσίας του Δικαστικού Σώματος

Το θέμα της επιλογής των Προέδρων και Αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων είναι κρίσιμο για τη πολυθρυλούμενη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Το μέχρι τώρα σύστημα της επιλογής τους από το Υπουργικό Συμβούλιο συνιστούσε τον ομφάλιο λώρο εξάρτησης της δικαστικής λειτουργίας από την εκτελεστική. Δημιουργούσε στρεβλώσεις, καθώς κάθε φορά προκρίνονταν οι κομματικά αρεστοί και όχι οι αξιότεροι (γνωστά είναι, στους δικαστικούς και μη κύκλους, τα παραδείγματα παραμερισμού άξιων δικαστών, επειδή δεν διέθεταν ευκρινή κομματική «ταυτότητα» ή επειδή διέθεταν αντίπαλη τέτοια «ταυτότητα»). Ωθούσε τους φιλόδοξους δικαστές να εκφέρουν κρίσεις όχι συνεπείς με το προσωπικό τους δικαιικό αισθητήριο, αλλά στρατευμένες στην ελπίδα επιλογής τους από την κυβέρνηση, η οποία «παρατηρεί» και «αξιολογεί». Δημιουργούσε διάθεση «ανταπόδοσης» στους επιλεγέντες δικαστικούς. Τα παραπάνω, βεβαίως, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ανάλογα με την προσωπικότητα του κάθε δικαστή. Πολλά είναι τα παραδείγματα δικαστών που, μολονότι επελέγησαν για τέτοιες θέσεις, στάθηκαν στο ύψος τους από άποψη ανεξαρτησίας. Ωστόσο, το σύστημα στη βάση του τορπιλίζει τη δικαστική ανεξαρτησία, συμβολικά και ουσιαστικά.

Οι προτάσεις που ακούστηκαν επ’ αυτού (επιλογή με κριτήριο και την αρχαιότητα, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι γνωστές «βουτιές»: επιλογή των Προέδρων μεταξύ των Αντιπροέδρων και επιλογή των τελευταίων μεταξύ των δέκα αρχαιότερων μελών) θα υπάκουαν μεν στη λογική «το μη χείρον βέλτιστον» και θα προσέθεταν αντικειμενικά κριτήρια στην επιλογή (όχι απαραίτητα αξιοκρατικά, αφού ο αρχαιότερος δικαστής δεν είναι απαραίτητα και ο καλύτερος), αλλά θα διατηρούσαν την κρίσιμη εξάρτηση από την εκάστοτε κυβερνητική βούληση, με όλες τις στρεβλώσεις που αναφέρθηκαν - απλά λίγο πιο οριοθετημένες.

Τι θα ήταν αποφασιστική αλλαγή στο ζήτημα αυτό; Η εκλογή των επικεφαλής της δικαιοσύνης από εκλεκτορικό σώμα, με τρόπο που θα διασφάλιζε την ευρεία αποδοχή τους. Η εκλογή τους από τα 2/3 της Βουλής θα ήταν μια καλή λύση. Ένα διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα (με τη συμμετοχή και εκπροσώπων των δικηγορικών συλλόγων ή των Νομικών Σχολών) θα ήταν επίσης μια καλή ιδέα. Δεν συμφωνώ με την εκλογή τους από τους ίδιους τους δικαστές. Η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης του Δικαστικού Σώματος και η ανάγκη ισορροπίας των εξουσιών μεταξύ τους επιβάλλουν τη μεσολάβηση ενός άλλου οργάνου, το οποίο να διαθέτει το ίδιο δημοκρατική νομιμοποίηση (τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος του), έτσι ώστε να εξασφαλίζεται θεσμική αρμονία.

Επιδίκαση αναδρομικών με δικαστικές αποφάσεις

Τελευταία σχετική πρόταση είναι αυτή της «υιοθέτησης ρύθμισης που να αποτρέπει τη, μετά από αιφνίδιες ανατροπές της νομολογίας, επιβάρυνση του προϋπολογισμού με ποσά που αφορούν προηγούμενα έτη, σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων με αναδρομική ισχύ».

Η ατυχής αυτή εισήγηση υποβιβάζει τη συνολική αναθεωρητική πρόταση. Όσο κι αν συμμερίζομαι την άποψη ότι η παρούσα κατάσταση είναι στρεβλή, με τα δικαστήρια να αποτελούν την «πίσω πόρτα» του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, τορπιλίζοντας πολλές φορές τον κρατικό προϋπολογισμό, η «λύση» που προτάσσεται θα ήταν η ίδια …αντισυνταγματική, αφού θα ερχόταν σε αντίθεση με τη μη αναθεωρήσιμη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και με σωρεία διεθνών κειμένων, που κατοχυρώνουν την πλήρη δικαστική προστασία. Πλήρης δικαστική προστασία σημαίνει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση της Διοίκησης για συμμόρφωση. Τέτοια είναι και η αναδρομική, μέσα στα όρια της παραγραφής, καταβολή των παροχών τις οποίες στερήθηκε παράνομα ο διοικούμενος. Το στρεβλό της κατάστασης που περιγράφτηκε ανωτέρω αποδίδεται κυρίως στην άναρχη και ευκαιριακή μικρονομοθετική πολιτική των κυβερνήσεων, η οποία δημιουργεί μη ανεκτές από την αρχή της ισότητας (κυρίως) καταστάσεις, τις οποίες καλούνται θα θεραπεύσουν τα δικαστήρια. Αλλού, λοιπόν, πρέπει να εστιάσει η (κάθε) κυβέρνηση, αν θέλει να προασπίσει τα δημοσιονομικά του Κράτους.

«Μισθοδικείο»

Λίγα λόγια για το περίφημο «μισθοδικείο», το ειδικό αυτό δικαστήριο το οποίο δημιούργησε η προηγούμενη αναθεωρητική Βουλή, στην προσπάθειά της να πάρει από τα χέρια των δικαστών τα μισθολογικά τους ζητήματα. Προβλέφθηκε λοιπόν η λειτουργία ενός δικαστηρίου, το οποίο αποτελείται στην πλειοψηφία του από μη δικαστές (πανεπιστημιακούς και δικηγόρους), το οποίο θα αποφαίνεται για σχετικές διεκδικήσεις των δικαστών. Τα πρώτα δείγματα της γραφής του είναι μάλλον απογοητευτικά για τους θιασώτες της πρωτοβουλίας: όχι μόνο οι αποφάσεις του είναι ευνοϊκές για τους δικαστές (συνεχίζοντας την παλαιότερη νομολογία ότι οι επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων πρέπει να βρίσκονται στην κορυφή της μισθολογικής πυραμίδας του Δημοσίου, όπως και οι επικεφαλής των άλλων λειτουργιών) αλλά, επιπρόσθετα, δημιουργείται το εξής πρόβλημα: οι αποφάσεις του είναι αμετάκλητες, δεν υπόκεινται στον έλεγχο άλλου δικαστηρίου. Αν για θέμα το οποίο έκρινε το «μισθοδικείο» (πχ το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου) κρίνει διαφορετικά ένα από τα ανώτατα δικαστήρια, δεν υπάρχει οδός επίλυσης της σύγκρουσης, οπότε θα παραμείνουν δύο status: μπορεί να ισχύει για τους δικαστές διαφορετική ερμηνεία/κρίση της διάταξης απ’ ό,τι για όλους τους υπολοίπους πολίτες (πχ οι αξιώσεις των δικαστών να παραγράφονται στην πενταετία και των δημοσίων υπαλλήλων στη …διετία!). Μήπως το δικαστήριο αυτό ουδέν συνεισφέρει τελικά; Μήπως το θέμα των αποδοχών των δικαστών λυνόταν με μια ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος, ότι η διάταξη αυτή δεν έχει το νόημα ότι οι επικεφαλής των δικαστών πρέπει να αμείβονται ανώτερα ή ίσα με οποιονδήποτε άλλο κρατικό αξιωματούχο (contra στη σχετική νομολογία), αλλά δηλοί μόνο την υποχρέωση μέριμνας του νομοθέτη για την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση αυτών (με την κατάρτιση ειδικού, αυξημένου μισθολογίου);

Τέλος, να προσθέσω μια ακόμη πρόταση αναφορικά με τη Δικαιοσύνη: τη θέσπιση απαγόρευσης διορισμού από την Κυβέρνηση (όχι όμως από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία) και συνταξιούχων δικαστικών σε διοικητικές θέσεις (ήδη ισχύει για εν ενεργεία δικαστικούς, αν και «περιγράφεται», με μετωνυμία των διοικητικών καθηκόντων τους σε «σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών», αφού τα τελευταία εξαιρούνται από το Σύνταγμα). Έτσι θα αποφεύγονται πολιτικοδικαστικές εκδουλεύσεις, με αντάλλαγμα τις θέσεις αυτές.

* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο anatheorisi.org

buzz it!

4 άλλες σκέψεις:

Blawger Μιχάλης είπε...

Εξαίρετο post. Επιφυλάσσομαι για τυχόν σχόλια...
Συγκεντρώνω links για Ελληνικά νομικά ιστολόγια. Όποιος έχει υπ' όψιν του κάποιο παρακαλώ να μου το παραθέτει ως σχόλιο στο πιο πρόσφατο post στο μπλογκ μου για να το δω και να το προσθέσω στη λίστα με τα link.

Ευχαριστώ και και συγγνώμη για το ξεκάρφωτο της παρεμβάσεως...

Kensai είπε...

Επιμένω, ίσως σε βαθμό στενοκεφαλιάς, να βρίσκω τη σύσταση ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου μια ενδιαφέρουσα αλλαγή για το ελληνικό δικαστικό σύστημα, παρ'όλη την πραγματικά καλή σου τεκμηρίωση για το αντίθετο.

Ο λόγος που επιμένω είναι απλός: πώς εξηγείται που τόσες άλλες χώρες το έχουν; Ακόμα και μια χώρα όπως η Γερμανία που υποτίθεται μοιράζεται πολλά κοινά με το ελληνικό σύστημα. Γιατί οι παραπάνω χώρες- όσο παράδοση κι αν έχουν στο συγκεντρωτικό μοντέλο- δεν επικαλούνται τα πλεονεκτήματα του διάχυτου ελέγχου και μειωμένων βαθμίδων του ελληνικού;

Εμπειρικά βλέποντας το θέμα: η στραβά πάει ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε...

---

Όσο αφορά το Δικαστικό Σώμα... δεν θα μπορούσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ως super partes όργανο) να ορίζει ένα αριθμό αυτών;

Δεν είναι καιρός να δοθούν κάποιες αρμοδιότητες σ'αυτό το πρόσωπο πέρα απ'το «ρυθμιστής του πολιτεύματος» που τίποτα δε λέει μιας και όλα είναι ήδη ρυθμισμένα απ'το Σύνταγμα και τον κοινό νομοθέτη;

neTpen είπε...

Δεν είμαι αντίθετος στη σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου γενικά. Είμαι αντίθετος στη συγκεκριμένη πρόταση, με την προτεινόμενη οργάνωση και λειτουργία του θεσμού.

Γενικώς δεν συμφωνώ με την άνευ άλλου υιοθέτηση αλλοδαπών θεσμών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες, εκεί κι εδώ.

Σαν γενικός κανόνας, πάντως, συνταγματικά δικαστήρια δημιουργήθηκαν σε ομοσπονδιακά κράτη ή σε κράτη που διήλθαν από πολιτειακές/καθεστωτικές κρίσεις και ανασυστάθηκαν με νέες δομές.

Σε μας είναι κάτι σαν να αλλάζουμε άλογα στη μέση του ποταμού (όπως λέει το γνωστό ρητό).

Ο Πρόεδρος θα μπορούσε πράγματι να διορίζει κάποια μέλη του ΣΔ, αν και προτιμώ μια ευρύτερη εκλεκτορική βάση (πχ αυξημένη πλειοψηφία Βουλής).

Ενδιαφέρουσα σχετική συζήτηση έχει αναπτυχθεί στο blog του Ευάγγελου Βενιζέλου.

Kensai είπε...

Σε γενικές γραμμές κι εγώ είμαι κατά της στείρας υιοθέτησης ξενόφερτων παραδόσεων, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για κρατικούς μηχανισμούς. Επίσης η παρατήρησή σου πως τα ΣΔ υπάρχουν κυρίως σε ομοσπονδιακές χώρες είναι εξίσου εύστοχη (μου ήρθε στο μυαλό το ιταλικό ΣΔ που αναλαμβάνει διαφορές μεταξύ κεντρικής εξουσίας και περιφερειών).

Κάτι όμως που θα διόρθωνε η θεσμοποίηση ενός ΣΔ στην Ελλάδα το λες ήδη τη στιγμή που αναλύεις το υπάρχον σύστημα με τρία επίθετα: διάχυτο, παρεμπίπτων, συγκεκριμένο.

Ακριβώς αυτά τα 3 σημεία πάει να διορθώσει το ΣΔ- όπως το βλέπω εγώ- κι αν και δεν είμαι νομικός δεν το βρίσκω περίεργο. Γιατί δηλαδή στην Ελλάδα η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου να ελέγχεται μονάχα σε παρεμπίπτουσες περιπτώσεις; Και γιατί μόνο για συγκεκριμένες διατάξεις; Και γιατί να μην έχουμε ένα δικαστήριο να αποφασίζει μια και καλή;

Εγώ ως απλός πολίτης χάνω την εμπιστοσύνη μου στο δικαστικό σώμα όταν το βλέπω να πάλλεται στις αποφάσεις του («μια έτσι, μια γκιουβέτσι...») απλά επειδή ανεβαίνει η βαθμίδα, ιδιαίτερα για σημαντικά θέματα όπως κρίσεις αντισυνταγματικότητας.

Η Ελλάδα σίγουρα δεν είναι ομοσπονδιακό κράτος, αλλά αν κάποια στιγμή γίνουν όντως οι Περιφερειάρχες αιρετοί άρχοντες με αυξημένες αρμοδιότητες (όπως είναι στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες) τότε θα υπάρχει ακόμα ένας λόγος ύπαρξης ΣΔ για τη λύση διαφορών μεταξύ Περιφέρειας και κεντρικής εξουσίας.

Το μόνο που πραγματικά με φοβίζει με το ΣΔ είναι αυτό που λες στην τελευταία σου παράγραφο: ανησυχώ κι εγώ μήπως είναι ένα ανατρεπτικό δικαστήριο με σκοπό να παραγκωνίσει την «αντιπαθητική» ΜΑ ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΧΡΗΣΙΜΗ δράση του ΣτΕ...

---

Για τον ΠτΔ τη γνώμη μου την ξέρεις. Με πληγώνει αφάνταστα να βλέπω έναν θεσμό να πηγαίνει τόσο στράφι. Υπάρχουν πολλές τέτοιες μικρές αλλά σημαντικές εγγυητικές αρμοδιότητες που θα μπορούσε να έχει ο ΠτΔ. Όσο για το δικαστικό σώμα, δε λέω να τους επέλεγε όλους: (πχ 1/3 ο ΠτΔ, 1/3 η Κυβέρνηση, 1/3 η αυξημένη πλειοψηφία της Βουλής)